ΣΑΚΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ LYRICS

Loading...

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

Το Στέμμα της Αγάπης-Σάκης Αθανασιάδης


         Το Στέμμα της Αγάπης

Μπορεί για μια αλήθεια να σπάει η καρδιά
Και κάτω να πέφτει της αγάπης το στέμμα
Μικρή μου αγάπη αν ακούς την ανάσα μακριά
Στην αγάπη που ζει δεν υπάρχει πια τέρμα

Η μόνη αλήθεια που είπες παλιά
Ο έρωτας σαν φτάσει στο τέρμα
Αυτό που αξίζει στο ταξίδι ζωή
Το μέλλον να μη βλέπεις σαν τέλμα

Μικρή μου αγάπη που είσαι μακριά
Και  ρίχνεις στη λίμνη ένα κέρμα
Περπάτα στο φως να βρεθούμε ξανά
Να βγούμε ή να μπούμε στο ψέμα

Μη ψάχνεις το χρώμα να φτιάξεις καρδιά
Τον χρόνο μη βλέπεις με άδειο το βλέμμα
Μικρή μου αγάπη κι αν είσαι μακριά
Το σώμα σου γνωρίζω σαν κόκκινο αίμα

Αυτή η συνήθεια που είχες παλιά
Να κόβεις τα φιλιά με τα χέρια
Στο πάτωμα να  ρίχνεις τη λίγη χαρά
Μας πήρε τα μικρά μας τα αστέρια

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

Δύο Πατρίδες-Σάκης Αθανασιάδης


      Δύο Πατρίδες
Δύο πατρίδες ξένες
Πως θα μιλήσουν για τον ίδιο το θεό
Δύο πατρίδες που μαλώνουν τώρα
Πως θα αντέξουν του ανέμου το θυμό

Σώματα έγιναν χαρτιά σε μια χώρα
Που έχει παλάτια που έχουν φράξει το γιαλό
Δύο πατρίδες ξένες
Που να μιλήσουν που να βρούνε ουρανό

Αγάπα αυτούς που έπεσαν στο χώμα
Όχι αυτούς που έριξαν το χώμα στο νερό
Αγάπα  γη και ουρανό τον ήλιο σου αγάπα ακόμα
Αγάπα ότι δεν πρόδωσε και εμένα που είμαι εδώ

Αγάπα αυτούς που έβγαλαν το φως  μέσα απ’ το χώμα
Όχι αυτούς που άφησαν το φως να πουληθεί
Αγάπα αυτούς που έφεραν ειρήνης χίλια δώρα
Αγάπα την Ελλάδα σου κάνε το φως να ζει

Δύο πατρίδες ξένες
Πως να μιλήσουν για τον ίδιο ουρανό
Κάποια από αυτή σε κοροϊδεύει χρόνια τώρα
Ξύπνα και βρες πια είναι η μια απ’ τις δυο

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Το Ένα Σύννεφο-Σάκης Αθανασιάδης


           Το  Ένα Σύννεφο

Ποτέ δεν θα φωνάξω την αγάπη που έχει φύγει
Πίσω να γυρίσει μια συνήθεια να γίνει
Γιατί αν υπήρχε εδώ θα είχε μείνει
Κι αν έπεφτε στο δρόμο θα πέφταμε και οι δυο

Δεν θέλω να πετάξω μια βρισιά γιατί θα μείνει
Σημάδι για να κάνω πληγή που δεν θα κλείνει
Όπου κι αν είσαι δεν θέλω να ματώνεις
Το λέω σαν αντίο και καπνίζουν τα φιλιά

Πάρε φωτιά κάψε τα χρώματα
Να βλέπεις άσπρο μαύρο τον καιρό
Γιατί για χρόνια βρε αγάπη μου
Έψαχνες το ουράνιο τόξο σε γκρεμό
                 
Και μόνο χώματα μου έφερνες
Πληγές στο σώμα στο μυαλό
Όμως με βάφτισαν σε αιώρα και το γνώριζα
Πως θα πετάω σαν χαρτί στον ουρανό

Κοίτα να βγεις απ’ τα ρολόγια σου
Πάρε  ανάσα όταν κοιτάς τον ουρανό
Να μη θυμάσαι που για λίγο κρύφτηκα
Πίσω απ’ τα σύννεφα  και δεν μιλώ

Να μη λυπάσαι όταν σου πουν πως κρύφτηκα
Σαν να είμαι εκεί που ήμουνα πριν γεννηθώ
Πάρε φωτιά κάψε τα χρώματα
Να βλέπεις άσπρο μαύρο τον καιρό
Σάκης Αθανασιάδης

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Τα Ψέματα-Σάκης Αθανασιάδης


                                   
         Τα Ψέματα
Σε μια αργία του μυαλού
Άνοιξα το καλάθι με τα ψέματα
Έτρεχαν οι καπνοί να ’ρθουν κι εδώ
Τα όνειρα να ρίξουνε στα αίματα

Κόκκινες έβλεπα κεραίες
Οθόνες έβλεπα να με κοιτάνε
Κόκκινες έβλεπα τις μέρες
Και πόρτες άκουγα να μου μιλάνε

Σε μια αργία του μυαλού
Άνοιξα το καλάθι με τα ψέματα
Κοίταζες όμως πάλι αλλού
Γιατί φοβόσουν τις πατρίδας σου τα αίματα

Φώναζαν τα βήματα στους δρόμους
Ο πόνος των σωμάτων φώναζε
Μα χάνονταν οι Έλληνες για πάντα
Όπως για πάντα χάνονται οι φοβισμένοι

Τυλιγμένος με λίγο ουρανό
Λαχτάρισα των πουλιών το τραγούδι
Μα πέθαιναν οι Έλληνες με νόμους
Που έλεγαν τα πάντα ξεπουλάμε

Σε μια αργία του μυαλού
Άνοιξα το καλάθι με τα ψέματα
Φοβόμουν τη φωτιά μα βρήκα ορμή
Να κάψω τα δικά μου όλα τα ψέματα

YouTube ALL SONGS 2012

ALL SONGS 2012- ARPEGGIOSMP-SAKIS ATHANASIADIS 

     1.ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

       2.ΚΑΠΟΥ ΜΑΚΡΙΑ ΕΔΩ ΚΟΝΤΑ

       3.ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

       4.ΜΙΑ ΦΕΤΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

       5.ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

       6.ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΑΓΚΑΛΙΑΣ ΣΟΥ 
     
       7.ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΟΧΘΗ

       8.ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ

       9.ΤΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΤΟΥ ΜΑΓΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

       10.ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ

        11.ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΤΡΟΜΑΖΕΙ

       12.ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ

       13.ΕΚΕΙ ΣΤΗΝ ΣΑΛΟΝΙΚΗ

        14.ΓΙΑΤΙ Η ΑΓΑΠΗ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

Μηχανόδρομος-Σάκης Αθανασιάδης


           Μηχανόδρομος
Ψεύτικες σφαίρες φυτεύανε οι μέρες
Βιντεοπαιχνίδια με τρόμου υλικά
Μια σκόνη φόβου που σε φωνάζει
Στο λεωφορείο τους να μπεις πρώτη φορά

Χιλιάδες φώτα σου λέγανε σώπα
Περίμενε σινιάλο να γυρνάς εδώ κοντά  
Στη λεωφόρο θα βρεις κι εσύ ένα ρόλο
Δεν πρέπει να σκοντάψεις αφού πολλοί πάνε μπροστά

Σε πόσα ταξίδια συνάντησες ίδια
Σαν έψαχνες στην έρημο καρδιά
Στα άδεια ποτήρια η έρημος ίδια
Πάντα η όασή θα βρίσκεται μακριά

Σε πόσα ταξίδια η γεύση ήταν ίδια
Μα η ελπίδα έχει μάτια μυστικά
Σε ανακαλύπτει σου δείχνει την πόρτα
Εσύ την ανοίγεις και πετάς σαν φως ψηλά

Σου λέγανε φίλοι μη παίρνεις πια ρίσκο
Παίξε μια «φούσκα» και μάζεψε «χαρτιά»
Με τον καθρέπτη σου να παίζεις μόνο
Και τις γυναίκες που θα ψάχνουν σιγουριά

Ψεύτικες σφαίρες φυτεύανε οι μέρες
Βιντεοπαιχνίδια με τρόμου υλικά
Η πατρίδα πουλήθηκε σου λέγανε ρώτα
Κοίτα τους ξένους που σε  βρίζουν φανερά        
Σάκης Αθανασιάδης

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Η Λίμνη με τις Ευχές-Σάκης Αθανασιάδης


   Η Λίμνη με τις Ευχές
                                        
Φωνάζω πάλι το φεγγάρι
Να σταματήσει να μιλά
Σε ένα σύννεφο να σβήνει
Σαν μια αγάπη μου παλιά

Στο δρόμο μόνος μου ακούω
Όλες της νύχτας τις φωνές
Πριν φτάσω πάλι ως τη λίμνη
Για να πετάξω τις ευχές

Ρίχνω ένα κέρμα στην αγάπη
Να τη ξυπνήσω και να 'ρθεί
Πιάνω ένα αστέρι απ' τη λίμνη
Στο φως σημάδι για να δει

Φωνάζω πάλι το φεγγάρι
Να μου μιλήσει αφού γελά
Τώρα που η αγάπη δεν υπάρχει
Και η αμμουδιά πήρε φωτιά
 
Ρίχνω ένα βέλος στην αγάπη
Πέφτει στη λίμνη η ευχή
Ρίχνω ένα κέρμα στα νερά της
Πετώ ένα ψέμα και ότι βγει

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Έλληνας Ξένος-Σάκης Αθανασιάδης


                                 
         Ο Έλληνας Ξένος
Ψεύτικα χαμόγελα και καλημέρες
Στο ασανσέρ για τη δουλειά κάθε πρωί
Απ’ την αγκαλιά σου ξανά στις άδειες μέρες
Ξανά σε αυτό τίποτα που μοιάζει με ζωή

Πέρασε η Δευτέρα  πάλι με φοβέρες
Πάλι με απουσία του ήλιου το πρωί
Γι’ αυτό ότι χτυπάει του δίνω κι άλλες σφαίρες
Μήπως το κουράσω κι έτσι εκτονωθεί

Πέρασαν οι μέρες λάσπες και φοβέρες
Μα η αφωνία δεν είναι η διαδρομή
Κάνω μια στάση το κόλπο αυτό θα πιάσει
Μες στην αγκαλιά σου στο άγνωστο νησί

Έκλεισα την πόρτα και είχα ήδη χάσει
Όλα τα λεφτά μου σε φόρους στη στιγμή
Κι έμεινα μονάχα ο Έλληνας ο ξένος
Σε μια ταινία που έχει διακοπή

Κάνω μια στάση το κόλπο αυτό θα πιάσει
Μες στην αγκαλιά σου στο άγνωστο νησί
Μόνο η αγάπη είναι αυτό το χάπι
Που γεννάει τα όνειρα σε μια μόνο στιγμή
Σάκης Αθανασιάδης 

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Επόμενος Στόχος-Σάκης Αθανασιάδης


          Ο Επόμενος Στόχος
Βαριά τα πόδια μου τη νύχτα
Όταν στο πάτωμα θα δω λίγα αποκόμματα
Παλιά ταξίδια που είχαν πέσει από βιβλίο
Και είχαν αφήσει στις αγάπες μου αντίο

Φίλοι που έρχονται στον ύπνο μου τα σπάνε
Βγάζουν το κάδρο της συνήθειας απ’ τον τοίχο
Σπάνε ότι σπάζεται τη νύχτα δίχως ήχο
Και ύστερα κάθονται με γέλια και κοιτάνε

Το φάρμακο ζητάω να βγω απ’ την παγίδα
Από αυτή την έρημο που λέγεται πατρίδα
Κι αν κάνω πως δεν ξέρω τη συνταγή την είδα
Και είναι μόνο ο έρωτας γιατρειά στην καταιγίδα

Είναι τα λόγια μου μέσα στη σκόνη
Όταν φοβάμαι να πλυθώ με ένα όνειρο
Σαν καταρράκτης πάντα ο ήχος μου θυμώνει
Αν δεν βρεθώ σε έναν στόχο τον επόμενο

Ρολόι ο κλέφτης της ζωής μου και την θέλει
Σε κομπολόι σαν μια χάντρα να την κλείσει
Σε μονοπάτια της ανάγκης να την χτίσει
Για να φοβάμαι να κοιτάξω το όνειρο

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Τα Μυστικά Ταξίδια-Σάκης Αθανασιάδης


                 


Τα Μυστικά Ταξίδια
Πάλι μακριά στο άγνωστο
Ο άνεμος με στέλνει
Φέρνει βροχή για να με πιει
Μα αυτή μόνο με δέρνει

Κάποιες βραδιές του έχω πει
Λίγη δροσιά να φέρνει
Να σταματήσει να χτυπά
Και σένα να μου στέλνει
   
Απ’ το κορμί σου η φωνή
Τον δρόμο να μου δίνει
Για να μπορέσω να ντυθώ
Στη χώρα που με γδύνει

Να μου μιλά σαν να είσαι εδώ
Κι ένα φιλί να στέλνει
Το σώμα μου να ξεδιψά
Τα ψέματα να παίρνει

Σαν το γατί με γρατζουνά
Η νύχτα και με γδέρνει
Βήματα φέρνει και απειλές
Μα το πρωί τις παίρνει

Μες τη ζωή μου διαδρομές
Στα μυστικά ταξίδια
Ο στίχος μου να πολεμά
Του χάρου τα παιγνίδια

Σε Ένα Παραμύθι να Βρεθούμε Μόνοι-Σάκης Αθανασιάδης


Σε Ένα Παραμύθι να Βρεθούμε Μόνοι             

Μήπως καταφέρω κάτι να αλλάξω
Σ’ ένα παραμύθι που ο θεός κρυώνει
Βρήκα λίγα όνειρα για να τα κάψω
Σκότωσα το φόβο μου για να πετάξω

Πέρα απ’ τη φωτιά η νύχτα μόνη
Μέσα στη σιωπή μια άγρια δύση
Ίχνη που ο χρόνος έχει σβήσει
Πάλι μες του άνεμου την πόλη

Μήπως καταφέρω πάλι να πετάξω
Βρήκα λίγη δύναμη φτερά να φτιάξω
Σ’ ένα παραμύθι να βρεθούμε μόνοι
Σκότωσα το φόβο μου για να πετάξω

Πριν σκορπίσει η νύχτα όλα της τα αστέρια       
Βρήκα λίγα όνειρα να αντιγράψω
Σκότωσα το φόβο μου για να πετάξω            
Σ’ ένα παραμύθι να βρεθούμε μόνοι
Σάκης Αθανασιάδης                                                                                                                                            

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Τα Πέτρινα Ποτάμια-Σάκης Αθανασιάδης


         Τα Πέτρινα Ποτάμια

Περίμενα για μέρες τη βροχή
Μα αυτή δεν ήρθε και είπα μόνος θα τη φτιάξω
Και ένας ήλιος που δεν ξύπνησε πρωί
Τη σκόνη μου έλεγε μονάχος να πετάξω

Καλή δε λέω η προσευχή μου
Καλός και ο θεός που συγχωράει  την αμαρτία 
Καλό το άλλοθι με μια μου  συγνώμη
Τις Κυριακές να παίρνω πάντα ασυλία

Καλή δε λέω η προσευχή μου
Μα αυτή μαραίνει τα παιδιά και τα τραγούδια
Γι’ αυτό  και φεύγω για να ψάξω για λουλούδια
Για να ζητήσω μια συγνώμη απ’ τη ζωή μου
  
Μη με χαϊδέψεις  για το λάθος σαν παιδί
Και με βαπτίσεις μες τα πέτρινα ποτάμια
Φωτογραφίες να μου δείχνεις με φεγγάρια
Για να με δέσεις στο κατάρτι με σχοινί

Μη με κρατήσεις με αγάπη σε χαρτί
Φωτοτυπίες να μοιράζω την αλήθεια
Στα  παραμύθια σου να με χαϊδεύεις σαν γατί
Αφού το άδειο το μεγάλο μου είσαι εσύ

Θέλω να ζήσω στη μικρή μου προσευχή
Ένα ταξίδι ερωτικό για τη σιωπή μου
Και αν πιστέψω πάλι μόνο στη φωνή μου
Θα έχω φτιάξει πάλι μόνος τη βροχή

Καλή δε λέω η προσευχή σου
Καλός και ο θεός που συγχωράει  την αμαρτία 
Καλό το άλλοθι με μια σου  συγνώμη
Τα ξεροκόμματα να μου πετάς για ασυλία
Σάκης Αθανασιάδης

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Οι Σκουριασμένες Βέρες-Σάκης Αθανασιάδης

     Οι Σκουριασμένες Βέρες
         
Στη μοναξιά των ταξιδιών σου
Βρήκες παράθυρα κλειστά
Μέσα στα μάτια των παιδιών σου
Είδες αστέρια μα σβηστά
Το σκοτάδι εχθρός όταν σβήνει το φως
Αν φοβάσαι και τα έχεις χαμένα
Στον καθρέπτη γυμνός ψάξε τι έχεις εντός
Κι αν τα πήρανε όλα από εσένα
Περάσανε οι μέρες σκουριάσανε οι βέρες
Και μείνανε μονάχα τα παιδιά
Στα μάτια να κοιτάζουν αυτούς που όλο φωνάζουν
Και ξέχασαν να παίξουνε με αυτά
Η μόνη τους πατρίδα μια κόκκινη κηλίδα  
Που  έχει ένα φακό στα σκοτεινά
Να ψάχνει για αλήθεια να πέφτει στη συνήθεια 
Και η έξοδος να έχει κλειδαριά
 Σάκης Αθανασιάδης

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Οι Μεθυσμένοι της Κυριακής-Σάκης Αθανασιάδης


   

Οι Μεθυσμένοι της Κυριακής

Λίγα τραγούδια η δική μου ουτοπία
Χιλιόμετρα αιώνια που ζητάνε αγκαλιά
Σαν μεθυσμένοι Κυριακή στη επαρχία
Που μένουν μονάχοι με ένα λάθος στην καρδιά

Με διόδια τα όνειρα περνάω για χρόνια
Για να κοιτάζω καλοκαίρια κρυφά
Για σένα να κάνω χιλιόμετρα αιώνια
Κι ας πέφτουν στο δρόμο μου χιλιάδες καρφιά

Με διόδια τα όνειρα περνάω για χρόνια
Για να βρεθώ στη δική σου αγκαλιά
Για σένα να κάνω χιλιόμετρα αιώνια
Για να ανάψω τη φωτιά στη καρδιά

Τη νύχτα τα δέντρα μου μοιάζουνε χέρια
Και μου θυμίζουν τη δική σου αγκαλιά
Μα τώρα ο χρόνος είναι έρημος δρόμος
Πέτρες να ρίχνει στο όνειρο κι αυτό να πονά

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Βάλε στα Μάτια μου Ελπίδα-Σάκης Αθανασιάδη

Βάλε στα Μάτια μου Ελπίδα
Όπου να πάω με χτυπούν
Της μοναξιάς τα τρένα
Αν είσαι εσύ  πολύ μακριά
Τα μάτια είναι κλεισμένα
Μα όταν έρχεσαι ξανά
Φεύγουν τα γκρίζα τρένα
Τα μάτια βάζω στην καρδιά
Για να κοιτάζω εσένα
Μια ωραία σιωπή
Του κορμιού σου η χώρα
H ψυχή μου η γυμνή
Να γεμίζει με δώρα
Μια ωραία σιωπή
Του κορμιού σου η χώρα
Που μπορεί η ζωή
Να γελάει όπως τώρα
Βάλε στα μάτια μου ελπίδα
Και διάλεξε την ανηφόρα
Να ανέβω πάλι για να δω
Αν έχει έρημο ή νερό
Η πληγωμένη χώρα
Μια ωραία αγκαλιά
Με φιλιά για τον δρόμο
Και μετά θα με δεις
Να γελώ αυτό μόνο
Βάλε στα μάτια μου ελπίδα
Βγάλε τον έρωτα στο δρόμο
Αυτός μόνο μπορεί το ξέρεις
Να δείξει σε ένα  Έλληνα το δρόμο
Είναι μεγάλο πράγμα να μπορώ
Μόνο μπροστά να προχωρήσω
Να τρέχω κόντρα στον καιρό
Να λέω θέλω και θα ζήσω

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Ωδή στο Νίκο Καζαντζάκη-Σάκης Αθανασιάδης


                                  
        Ωδή στο Νίκο Καζαντζάκη
Ήξερα κάποιον που ζητούσε το θεό
Ήξερα κάποιον που μιλούσε για τα αιώνια
Ήξερα κάποιον που νερό στη έρημο είχε βρει
Και τα καρφιά που πέταγαν
Στο σώμα του τα χρόνια

Ο Χριστός ξανασταυρώνεται
Στη διπλανή πλατεία
Ρακένδυτος και νηστικός
Από την ίδια πάλι συμμορία

Ο Χριστός ξανασταυρώνεται
Το βλέπεις κάθε μέρα
Μπορεί να είναι αδελφός
Πατέρας και μητέρα
  
Ήξερα κάποιον που μιλούσε για θεό
Ήξερα κάποιον που γελούσε στα ρολόγια
Που πίστευε πως η φωτιά μπορεί
Να καίει στη ψυχή μια φορά
Μα αυτή η φορά να είναι αιώνια

Ο ήλιος μαύρισε κι αυτός
Απ’ του θυμού τη σκόνη
Κυρ Νίκο είσαι ζωντανός
Μες τη νεκρή τη πόλη

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

Η Γυμνή Πανσέληνος-Σάκης Αθανασιάδης


                                       
         Η Γυμνή  Πανσέληνος
 Αν και παράθυρο στο δρόμο έχω με φως
Εσύ μου λες πως είμαι ήχος για τη νύχτα
Που τρέχει και χτυπάει σαν παιδί
Και κλαίει για της γιαγιάς τα παραμύθια

Βουτάω  γυμνός στη θάλασσα
Αν με ξυπνήσει μια πανσέληνος με αλήθεια
Και στα νερά της αγκαλιάζω ήχο, φως
Μαζεύω τα άστρα και τα βάζω μες τα δίχτυα

Ρίχνω ένα βέλος στο σκοτάδι
Κόβω ένα αστέρι και η νύχτα ξεψυχά
Κι εσύ που βλέπεις μόνο μαύρο το φεγγάρι
Ρίξε ένα βέλος να ανάψει ξαφνικά

Ζήτα απ’ το ολόγιομο φεγγάρι
Να σου μιλήσει έστω  μόνο μια φορά
Ρίξε ένα βέλος ένα μόνο στο σκοτάδι
Και θα ακούσεις τη φωνή του από μακριά

Εγώ που γνώρισα  τις στάχτες του βαρδάρη
Και πόσο αξίζει για ένα όνειρο να ζεις
Αν με ξυπνήσει μια πανσέληνος το βράδυ
Μέσα στη θάλασσα να ψάξεις να με βρεις

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

Το Φιλί της Δευτέρας (στίχοι από το ομότιτλο μυθιστόρημα)


               Το Φιλί της Δευτέρας        
              (στίχοι από το ομότιτλο μυθιστόρημα)
Δεν μπορώ να κρυφτώ απ’ του χρόνου τη σκόνη
Το φευγιό μου μια σφαίρα στο δικό σου το σώμα
Στο Κιλκίς να γυρίζεις μαύρα ρούχα και μόνη
Ξέρω σου ‘χω  αφήσει της αγάπης το αίμα

Έπιασα τον εαυτό μου βρήκα επαφή
Τον ακούω κάθε βράδυ να μονολογεί
Μια συγνώμη ξέρω όμως τώρα δεν αρκεί
Σκαλισμένη η αγάπη σε ‘να δέντρο πώς να ζει
                            
                         
Το φιλί σου μιας Δευτέρας έχω θυμηθεί
Στο μυαλό μου ετοιμάζω επιστροφή
Ένα μυστικό ταξίδι τέλος ή αρχή
Που θα αλλάξει μια για πάντα τη ζωή

Δεν μπορώ να κρυφτώ απ’ του χρόνου τη σκόνη
Να είμαι εκεί μια φωνή μυστική με διατάζει
Στη Δοϊράνη θα πιω το νερό που με αλλάζει 
H στιγμή Αρετή με τρομάζει
Σάκης Αθανασιάδης 

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

Σαν Πειρατής-Σάκης Αθανασιάδης


            Σαν Πειρατής
Στον κήπο αν θα μπεις της σιωπής
Δεν θα ’σαι μόνος
Αέρας θα φυσά από το πρωί
Φωνές θα φέρνει δίπλα σου ο δρόμος

Στο πλοίο της φυγής όταν θα μπεις
Δεν θα σαι μόνος
Εσύ κι απέναντί σου καθιστός
Θα  σου γελάει ο χρόνος
           
Ότι άφησες στο χθες
Εσένα θα κοιτάει
Και μες στις σιωπές
Μια πέτρα θα πετάει

Ότι άφησες στο χθες
Τα λύτρα θα ζητάει
Να δώσεις άμα θες
Μακριά σου για να πάει

Σε ’να λιμάνι αν θα μπεις σαν πειρατής
Με ’να καράβι σάπιο της γραμμής
Μια ταυτότητα θα ψάχνεις για να βρεις
Αν θα πληρώσεις λύτρα το μπορείς
Σάκης Αθανασιάδης
       

Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2012

Διήγημα:Η Μικρή Συμμορία

_Η ΜΙΚΡΗ ΣΥΜΜΟΡΙΑ-

 ΔΙΗΓΗΜΑ του Σάκη Αθανασιάδη
www.onestory.gr  _Η ΜΙΚΡΗ ΣΥΜΜΟΡΙΑ. του Σάκη Αθανασιάδη . Το βουητό του ανέμου δυνάμωνε, τους σκέπασε ένα σύννεφο κόκκινης σκόνης. Τα κλαδιά των...
 

Η Συμμορία του Απογεύματος είναι ένα ταξίδι, ένα μαγευτικό ταξίδι, πάνω από τις
κόκκινες πόλεις, πάνω από τις πλατείες του έρωτα με την ανάσα της  ίδιας τη ζωής που πιστά χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη ο συγγραφέας.


_Η ΜΙΚΡΗ ΣΥΜΜΟΡΙΑ
του Σάκη Αθανασιάδη *
.
Το βουητό του ανέμου δυνάμωνε, τους σκέπασε ένα σύννεφο κόκκινης σκόνης. Τα κλαδιά των δέντρων λύγιζαν σαν πελώρια χέρια, γυμνά σαν αγάλματα από την πρώτη πάχνη του φθινόπωρου. Στο βάδισμά τους σάρωναν ξερά χόρτα που τα έπαιρνε ο βοριάς και τα ταξίδευε στη θάλασσα. Πάνω απ’ τα κεφάλια τους το ακούραστο μάτι του ήλιου έσπερνε κίτρινο.
Φορούσαν κασκόλ και βαριά πανωφόρια, τα μικρά κορμιά τους έδειχναν σαν πάνινες μπάλες. Μέσα Νοέμβρη και ο ήλιος ήταν ανίκανος να τους ζεστάνει. Η λάμψη του μια αυταπάτη θερμότητας. Μόνο το έντονο φως του έμενε, τόσο πολύ που αν το έκοβες σε φέτες και το έκανες εξαγωγή σαν Ελλάδα θα γινόσουν πλούσιος.
Με τις ανάσες τους ζέσταιναν τα χέρια μιλώντας μεταξύ τους συνωμοτικά κι ανέβαιναν όλο και περισσότερο το ύψωμα. Λαχανιασμένοι, αλλά και σίγουροι πως η αποστολή τους άξιζε κάθε θυσία. Στις χούφτες τους κρατούσαν θρίαμβο, μα άφηναν τα χαμόγελα για αργότερα, όταν η αποστολή θα τελείωνε.
Φτάνοντας στο στόχο τους μαζεύτηκαν όλοι πίσω από ένα τοίχο, για να ξεκουραστούν. Με τα μάτια τους έψαξαν τη γύρω περιοχή, δεν υπήρχε κανείς.
«Περιμένετε, θα πάω εγώ» φώναξε ο Κώστας και προχώρησε βιαστικά προς την πόρτα του μικρού ναού.
«Πρόσεχε να μην αφήσεις αποτυπώματα» τους φώναξαν οι άλλοι που έμειναν πίσω.
«Είμαστε τυχεροί, είναι ξεκλείδωτα» είπε λίγο πριν χαθεί μέσα στο εκκλησάκι.
Στάθηκαν όλοι ακίνητοι για ένα λεπτό, ένα λεπτό που έμοιαζε αιώνας, περιμένοντας την τιμωρία από τον ουρανό. Αφού δεν έγινε τίποτε άρχισαν να πανηγυρίζουν.
«Το δάχτυλό σου τρέχει ακόμη αίμα» είπε με συμπόνια ο Παύλος στο φίλο του καθώς άφηναν πίσω τους το εκκλησάκι.
«Το τρύπησα αρκετά» του απάντησε ο Κώστας φέρνοντας το πληγωμένο δάχτυλο στο στόμα, για να σταματήσει την αιμορραγία.
«Πάμε στα αμπέλια να κρυφτούμε κι από εκεί να βλέπουμε τον κόσμο όταν φτάσει» ακούστηκε να λέει ο Δημήτρης που ήταν ο μικρότερος της παρέας, σηκώνοντας ψηλά τα βαριά κιάλια του πατέρα του που είχε μαζί. 
Οι σφεντόνες χτυπούσαν στο στήθος τους καθώς άρχισαν να τρέχουν. Τα πρώτα δέντρα τους έκρυψαν στις σκιές τους. Τα είχαν καταφέρει και κανείς δεν θα καταλάβαινε τίποτα, σίγουρα ήταν ανίκητοι σαν τους ήρωες στα βιβλιαράκια που διάβαζαν. Ήταν ο Μπλέκ, ο Ζαγκόρ, ο Όμπραξ και ο Κάπτεν Μάρκ.
Η μικρή συμμορία ξεχύθηκε στα αμπέλια αναζητώντας κάποιο πουλί να χτυπήσει με τις σφεντόνες της. Ο Παύλος, ο Κώστας, ο Δημήτρης και ο Τάσος, όλοι κάτω από δώδεκα χρονών. Ρουφούσαν τις ιστορίες από τα κόμικς που διάβαζαν και αγωνίζονταν να ξεπεράσουν τους ήρωές τους. Η παιδική τους άγνοια τους απαγόρευε να δουν οτιδήποτε άλλο πέρα από τη χαρά της περιπέτειας, αν και η τιμωρία δεν τους ήταν καθόλου άγνωστη. Η βέργα του δασκάλου παρέμενε μια μόνιμη απειλή. Τα καλοκαίρια που αυτός ο φόβος δεν υπήρχε γύριζαν πάνω κάτω στο χωριό από το πρωί ως το βράδυ και λειτουργούσαν σαν μια μυστική οργάνωση. Με αρχηγό, υπαρχηγό και μέλη.
Με κοντά παντελόνια έτρεχαν στις γειτονιές σημαδεύοντας με τις σφεντόνες τους εκτός από πουλιά και τζαμαρίες. Μερικές φορές έλυναν από τη βοσκή γαιδάρους τους καβαλούσαν κι έτρεχαν στους χωματόδρομους. Το ποτάμι ήταν το μόνο εμπόδιο που έφραζε την πορεία τους. Από τα αγαπημένα παιχνίδια των μικρών φίλων ήταν τα εμπόδια στους περαστικούς. Κρυμμένοι στην άκρη του δρόμου περίμεναν το θύμα τους και μόλις πλησίαζε στο σημείο της ενέδρας τραβούσαν ένα μακρύ σύρμα και ο περαστικός έπεφτε κάτω σα να τον χαστούκιζε ο θεός. Μετά χάνονταν στο σκοτάδι.
Οι μεγάλες απώλειες από χτυπήματα και σχισμένα ρούχα υπήρχαν στις ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις με τις άλλες γειτονιές. Λίγο πριν τη λήξη του αγώνα, όποια ομάδα έχανε μοίραζε κλωτσιές στα τυφλά κι έτσι η μάχη σώμα με σώμα άρχιζε. Συμμαθητές δεν υπήρχαν, μονάχα αντίπαλοι κι έπρεπε να συντριβούν με κάθε τρόπο.
Κουρασμένοι κάθισαν στη ρίζα ενός δέντρου να μετρήσουν τα πουλιά που είχαν χτυπήσει. Ο Κώστας έλειπε, τον έψαχναν με τα μάτια τους. Ξαφνικά από μακριά άκουσαν τη φωνή του.
«Παιδιά ελάτε…»
Την ώρα που είχαν σκαρφαλώσει σε μια αμυγδαλιά ακούστηκε από το χωριό η καμπάνα της εκκλησίας.
«Ξεκινάνε. Σε μια ώρα θα έχουν φτάσει. Μαζέψτε γρήγορα τα αμύγδαλα να βρούμε ένα σημείο να βλέπουμε καλύτερα» μουρμούρισε ο Κώστας.
Οι χωρικοί βάδιζαν αμίλητοι, τα πόδια τους είχαν το βάρος παρατημένων. Η σκόνη έσμιγε με τα χνώτα τους, αδιαμαρτύρητα έγλυφαν την κόκκινη λάσπη. Κανείς δεν θα ήθελε να κρατήσει στη μνήμη του όλα αυτά τα σκαμμένα απ’ τον μόχθο πρόσωπα, όλοι ήθελαν να τα πετάξουν μακριά σαν να μην υπήρξαν ποτέ.
Το ανθρώπινο ποτάμι ανέβαινε με δυσκολία το λόφο. Οι περισσότεροι περπατούσαν έχοντας το κεφάλι σκυμμένο προς τη γη λες και ήθελαν να παρατήσουν την κούρασή τους στο χώμα και να ελευθερωθούν. Πίσω του η κατακίτρινη από την ξηρασία πεδιάδα, δεκάδες χωριά και στο βάθος ο Αξιός ποταμός που το λιγοστό νερό του έφτανε ίσα-ίσα να ξεδιψάσουν τα κοπάδια με τα ζώα.
Θα μπορούσε ο θεός να δώσει εντολή στα σύννεφα να φέρουν βροχή κι όλη αυτή η λύπη να μετατραπεί σε χαρά; Κανείς δεν ήθελε να το συζητήσει με τον διπλανό του. Η τελευταία τους ελπίδα ήταν ο θεός και σε αυτόν έτρεχαν σήμερα. Χωρίς μεγάλη πίστη.
Ο παπάς του χωριού οδηγούσε την πορεία. Ο βοριάς έπαιζε με το άσαρκο κορμί του, συχνά του σήκωνε το ράσο, του έκρυβε το πρόσωπο κι έπεφτε καταγής, αλλά αυτός πεισματικά αγνοούσε όλα τα εμπόδια και συνέχιζε την πορεία.
Όταν έφτασε έξω από το εκκλησάκι στάθηκε ακίνητος. Σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και κοίταξε άκεφα τον ουρανό ζητώντας βοήθεια. Κατόπιν έστρεψε το βλέμμα του προς τον κόσμο, μασούλισε μερικές λέξεις που κόλλησαν στα χείλη του και χαμογέλασε λυπημένα.
«Παρακαλώ να περιμένετε όλοι εδώ και να κάνετε απόλυτη ησυχία. Θα πάω μέσα να προσευχηθώ και να φέρω έξω την εικόνα» είπε στη συνέχεια με μεγάλη δυσκολία.
Η εικόνα του Αγίου Παντελεήμονα είχε έρθει στη μακεδονική γη μαζί με τα κοπάδια των προσφύγων από την Ανατολική Θράκη που κατέκλισαν τα γύρω χωριά και επέβαλαν μια σιωπηλή κυριαρχία στον ντόπιο πληθυσμό καθώς τον βρήκαν αφανισμένο από το ανελέητο κυνηγητό των Βουλγάρων και των Τούρκων. Άλλοτε η εικόνα έκλαιγε κι άλλοτε ακούγονταν ήχοι από το πουθενά. Μερικές γυναίκες έλεγαν πως γέννησαν, ενώ ο γιατρός τους τις είχε βγάλει στείρες, όταν στον ύπνο τους είδαν την εικόνα του αγίου.
Από την ανοιχτή πόρτα φαινόταν ο παπάς πεσμένος στα γόνατά του να προσεύχεται. Ο κόσμος άρχιζε να μουρμουρίζει για την καθυστέρηση. Αν ήσουν ξένος θα έτρεχες να φύγεις μακριά και να πετάξεις όλη τη λύπη που μάζεψες στο ύψωμα, αλλά σε αυτή τη λιτανεία δεν υπήρχαν ξένοι. Μονάχα οι απελπισμένοι χωρικοί και η μικρή συμμορία που είχε σκαρφαλώσει στα κλαδιά μιας μουριάς και παρατηρούσε με τα κιάλια αυτά που συνέβαιναν στο εκκλησάκι ελπίζοντας το αίμα που έτρεξε από το χέρι του Κώστα να μη πήγαινε χαμένο.
Ξαφνικά ο παπάς σηκώθηκε όρθιος. Πλησίασε την βαριά ξύλινη εικόνα και την πήρε στην αγκαλιά του σαν μωρό, κατόπιν έμεινε ακίνητος. Τα μάτια του βούρκωσαν, το ράσο του βρέχονταν από τα δάκρυα. Με αποφασιστικά βήματα προχώρησε προς την έξοδο αγνοώντας τις σκόρπιες φωνές και τον κόσμο που τον κύκλωνε. Έσπρωξε μερικούς κι ανέβηκε πάνω σε μια μεγάλη πέτρα. Χωρίς να μιλήσει έκλεισε τα μάτια λες και οι εικόνες στη μνήμη του άρχισαν να λιγοστεύουν ή πως είχε ναυαγήσει σε κάποια θάλασσα κι έψαχνε τρόπο να σωθεί.
Σκούπισε τα υγρά του μάγουλα, αφήνοντας να περάσει ένα λεπτό αιώνιας σιωπής. Τέλος, έστρεψε την εικόνα προς το μέρος των χωρικών και τη σήκωσε ψηλά.
«Αυτή είναι η φωνή του θεού. Το αίμα που τρέχει εδώ σήμερα από την εικόνα του Αγίου Παντελεήμονα. Οι αμαρτίες μας είναι τόσες πολλές που ο θεός μας έστειλε ένα σημάδι για να βρούμε την αγάπη στην ψυχή μας» τα χέρια του έτρεμαν από τη συγκίνηση και ανίκανος για μια ακόμη φορά να κρύψει την συντριβή του, κάθισε στη πέτρα.
Το πλήθος γονάτισε. Χαμήλωσε τα μάτια στη γη κι άρχισε να προσεύχεται.
Ο παπάς σηκώθηκε ξανά όρθιος. Έμοιαζε σαν να γύριζε στο παρόν μετά από ένα μακρινό και κοπιαστικό ταξίδι.
«Θα κάνουμε αγρυπνία σήμερα. Ο θεός είναι μεγάλος και θα μας λυπηθεί αν ζητήσουμε συγνώμη για τις αμαρτίες μας» γύρω του κάποιοι γέροντες έκλαιγαν σαν μικρά παιδιά κοιτάζοντας με δέος τον ουρανό.
«Ο θεός είναι εδώ, δεν μας ξέχασε, ας μην τον αφήσουμε να ξαναφύγει» είπε κάποιος πιο ψύχραιμος.
Ο ήλιος σταδιακά έδυε. Στην τελευταία του βουτιά πίσω απ’ το λόφο ένα κοπάδι μαυροπούλια σκέπασε τον ουρανό, πάνω απ’ τα κεφάλια των χωρικών, πριν χαθεί κι αυτό στο μισοσκόταδο.
Ο παπάς ακίνητος στη θέση του έμοιαζε με λείψανο κάποιας διαλυμένης αυτοκρατορίας.
«Να πάνε μερικοί στο χωριό να φέρουν ρούχα και να ειδοποιήσουν και τους άλλους» είπε ξαναβρίσκοντας τη δύναμή του την ώρα που η νύχτα έκρυβε τα πρόσωπα.
Περπατούσαν στο χωματόδρομο με τις τσέπες τους γεμάτες θρίαμβο. Έριχναν πότε- πότε μια ματιά στο εκκλησάκι και γελούσαν με τα σκόρπια φώτα που χόρευαν στο λόφο. Ξαφνικά ο βοριάς που φυσούσε με λύσσα για μέρες σταμάτησε. Τα σύννεφα άρχισαν να μουτζουρώνουν το φεγγάρι ώσπου το έσβησαν, την ώρα που τα παιδιά πλησίαζαν τα πρώτα σπίτια του χωριού.
«Καλά τα καταφέραμε» είπε στους φίλους του ο Κώστας.
«Ο Μπλεκ δεν χάνει ποτέ» απάντησε ο Τάσος κι έσφιξε τη σφεντόνα.
«Παιδιά βρέχει…» ακούστηκε μια τρίτη φωνή. «Πάμε στα σπίτια μας γρήγορα θα γίνουμε μούσκεμα»
«Ουγκ…ο μεγάλος Μανιτού στέλνει τα δάκρυά του στα χλομά πρόσωπα» ψέλλισε ο Δημήτρης, παριστάνοντας τον ινδιάνο κι άρχισε να τρέχει καθώς η βροχή δυνάμωνε.
Μια συμμορία του απογεύματος, πολύ μακριά απ’ τον έρωτα, απ’ τον θάνατο και το φόβο…
.

Ο Σάκης Αθανασιάδης γεννήθηκε το 1965 στο Άγιο Πέτρο του Κιλκίς και από τις όχθες του Αξιού ποταμού βρέθηκε στα ανθρώπινα ποτάμια της Αθήνας κυνηγώντας μια θέση στα Ελληνικά γράμματα. Τώρα διαμένει στην Λαμία, όπου εργάζεται στο Τ.Ε.Ι. της πόλης. Το πεζογραφικό και ποιητικό του έργο έχει αποσπάσει τιμητικές διακρίσεις, ενώ ποιήματά του βρίσκονται σε πολλές ανθολογίες. Έχει κυκλοφορήσει τέσσερα βιβλία με ποιήματα, δύο βιβλία με διηγήματα, μία νουβέλα και ένα μυθιστόρημα. Οι ΑrpeggiosMP μελοποίησαν στίχους του το 2012.

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Μέσα στα Μάτια σου να δω Ανατολή-Σάκης Αθανασιάδης


Μέσα στα Μάτια σου να δω Ανατολή

Ξυπνάω Δευτέρες και μαζεύω τις σφαίρες
Για να χτυπήσω  μια κάρτα πρωινή
Και ο ήλιος φεύγει και μένουν οι μέρες
Να μου θυμίζουν πως πληρώνεται η ζωή

Βγαίνω στο δρόμο σβήνω το χρόνο
Σβήνω απ’ τη σκέψη πως η κούραση θα βγει
Αυτό που ζητάω εσύ γνωρίζεις μόνο
Μέσα στα μάτια σου να δω ανατολή

Γιατί δε χάθηκα μες της ανάγκης τα άδεια μάτια
Γιατί δεν πήρα με ρωτάς φωνή προσκυνητή
Να λέω όλα είναι ίδια δεν αλλάζει τίποτα
Και να αφήνω τη ζωή μου στη σιωπή
  
Παίρνω ένα δρόμο που δε ξέρω που με βγάζει
Και δε γνωρίζεις να μου πεις ούτε και εσύ
Αυτό που ξέρω η ψυχή μου θα γεράσει
Αν μες τα μάτια σου ο ήλιος δεν θα βγει

Γιατί δεν κρύφτηκα από τον ήλιο και τη νύχτα
Γιατί δεν έχω μια ήσυχη προβλέψιμη ζωή
Να λέω δεν πειράζει δεν αλλάζω τίποτα
Γιατί τα μάτια μου θα έβλεπα  πληγή
 Σάκης Αθανασιάδης